όγκος

Από στοιχειώδη άποψη, ο όρος χαρακτηρίζει την «έκταση ενός στερεού» ως προς μια μονάδα μέτρησης μ3, π.χ. το κυβικό μέτρο, το κυβικό εκατοστό κλπ. Για ορισμένα απλά στερεά υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες, που μας επιτρέπουν τον υπολογισμό του όγκου τους, ως προς μια προκαθορισμένη μονάδα μήκους, μ. Έτσι, για παράδειγμα 1) ο όγκος ενός παραλληλεπίπεδου με βάση εμβαδού έστω Βμ2 και ύψους hμ είναι Β · h μ3 2) ο όγκος μιας πυραμίδας με βάση Βμ2 και ύψος hμ είναι και 3) ο όγκος σφαίρας με ακτίνα ρμ είναι Είναι τελείως φανερό ότι μπορεί δύο στερεά να έχουν τον αυτό όγκο, ενώ είναι τελείως διαφορετικά ως προς τη μορφή. Ένας κύβος, π.χ., με ακμή μήκους 1 μ έχει όγκο 13 μ3 και μια σφαίρα με ακτίνα ρμ έχει όγκο . Δεν αποκλείεται η σφαίρα να έχει τον ίδιο όγκο με τον κύβο· αυτό συμβαίνει εάν και μόνο εάν οι αριθμοί p,l συνδέονται ως εξής: (δηλαδη, αν είναι .
* * *
(I)
o (ΑΜ ὄγκος)
1. ο χώρος που καταλαμβάνει ένα στερεό, υγρὁ, ἡ αέριο σώμα, σε αντιδιαστολή προς το κενό(ν)
2. το ίδιο το σώμα που κατέχει έναν συγκεκριμένο χώρο, η μάζα, η ύλη
3. οι διαστάσεις ενός στερεού, υγρού ή αέριου σώματος που καταλαμβάνει έναν χώρο
4. σωρός, άθροισμα ομοειδών αντικειμένων που σχηματίζουν ένα εξόγκωμα («ἀνενείκαντες ἄνω ἐπὶ τὸν ὄγκον τῶν φρυγάνων», Ηρόδ.)
5. μεγάλο μέγεθος, μεγάλη ποσότητα, μεγάλο πλήθος («η διαδήλωση ήταν πρωτοφανής σε όγκο»)
6. μτφ. το μέγεθος, η ποσότητα, η ένταση τού ήχου τής φωνής («ὁ ὄγκος τῆς φωνῆς» — το ποσόν, η ένταση τής φωνής, Αριστοτ.)
7. μτφ. σπουδαιότητα, σημαντικότητα, κύρος, βαρύτητα («ο όγκος τής επιστημονικής προσφοράς του»)
νεοελλ.
1. ιατρ. α) κάθε εντοπισμένη διόγκωση ιστού άσχετα από την προέλευση, τη θέση ή τη σύνθεσή της
β) μη φυσιολογική ανάπτυξη, άγνωστης αιτίας, νέου ιστού που προέρχεται από προϋπάρχοντα κύτταρα τού οργανισμού, δεν εξυπηρετεί συγκεκριμένη λειτουργία και χαρακτηρίζεται από τάση για αυτόνομη και απεριόριστη αύξηση, αλλ. νεόπλασμα
2. γεωλ. μάζα πετρωμάτων, ορυκτών ή μεταλλευμάτων η οποία έχει τις τρεις διαστάσεις περίπου ίσες μεταξύ τους
3. βοτ. ανώμαλο εντοπισμένο εξόγκωμα ξυλώδους ή σαρκώδους υφής, σφαιρικό ή άμορφο, με λεία ή μη επιφάνεια, το οποίο παράγεται από το φυτό ως απόκριση σε προσβολή από ένα παράσιτο, αλλ. κηκίδα
4. μαθ. βασικό μέγεθος τών στερεών σωμάτων
5. φρ. α) «ατομικός όγκος»
φυσ. ο λόγος τού ατομικού βάρους ενός στοιχείου προς την πυκνότητα του
β) «γνήσιος όγκος»
ιατρ. όγκος που αποτελείται από μάζες ιστού οι οποίες αναπτύχθηκαν από προϋπάρχοντα κύτταρα τού οργανισμού
γ) «γραμμομοριακός όγκος»
φυσ. ο όγκος που καταλαμβάνει το γραμμομόριο κάθε στοιχείου σε θερμοκρασία 0°C και πίεση 760 mm υδραργύρου
δ) «ειδικός όγκος»
φυσ. ο όγκος μιας ουσίας ή οντότητας ανά μονάδα μάζας, ο οποίος λαμβάνεται με διαίρεση τού όγκου διά τής μάζας και εκφράζεται με μονάδες μήκους υψωμένες στην τρίτη δύναμη δια τής μονάδας τής μάζας και ο οποίος είναι το αντίστροφο τής πυκνότητας
ε) «κακοήθης όγκος» ιατρ. όγκος που αποτελείται από μη φυσιολογικά ως προς το μέγεθος, το σχήμα και τη δομή τους κύτταρα, χαρακτηρίζεται από ταχεία, διηθητική και καταστρεπτική ανάπτυξη, από μεταστάσεις και διασπορά του σε ολόκληρο το σώμα και οδηγεί, τελικά, στον θάνατο τού πάσχοντος αν δεν υπάρξει έγκαιρη και αποτελεσματική θεραπευτική αγωγή, αλλ. κακόηθες νεόπλασμα ή καρκίνος
στ) «καλοήθης όγκος»
ιατρ. όγκος ο οποίος αποτελείται από σχετικώς ώριμα αλλά κανονικώς αναπτυσσόμενα κύτταρα, που είναι όμοια ή σχεδόν όμοια με τα φυσιολογικά, δεν εισβάλλουν στους γύρω ιστούς, δεν παρουσιάζουν μετάσταση —αντίθετα, παραμένουν πάντοτε σε επαφή το ένα με το άλλο σε μία συμπαγή μάζα, πράγμα που επιτρέπει την πλήρη χειρουργική εξαίρεση της— και δεν οδηγούν σε θάνατο τού οργανισμού
ζ) «κρίσιμος όγκος»
φυσ. ο όγκος που κατέχει μια μονάδα τής μάζας, δηλ. ένα γραμμομόριο μιας ουσίας όταν βρίσκεται υπό την κρίσιμη θερμοκρασία και πίεση
η) «μοριακός όγκος»
φυσ. ο όγκος που κατέχει ένα γραμμομόριο στερεού, υγρού ή αερίου, ο οποίος προκύπτει με τη διαίρεση τού μοριακού βάρους διά τής πυκνότητας
θ) «όγκος φωνής»
(ηλεκτρ.) αδόκιμος όρος για την ένταση τού ήχου που παράγεται από μία ηλεκτρακουστική συσκευή
μσν.-αρχ.
μέγεθος ασυνήθιστο, παρά φύση μέγεθος («ὄγκου ἐμπληστέα καὶ πλήθους», Πλάτ.
αρχ.
1. το σχήμα που έχει ή λαμβάνει ένα σώμα στον χώρο
2. (για πόλεις) έκταση («σμικρὰς πόλεως ὄγκος», Πλάτ.)
3. οίδημα, εξόγκωμα, πρήξιμο
4. ιδιαίτερος τρόπος κτενίσματος, κατά τον οποίο τα μαλλιά πλέκονται στην κορυφή τής κεφαλής σαν κότσος ή σαν θύσανος
5. στον πληθ. ὄγκοι
α) σώματα, υλικές ουσίες
β) πομπώδεις, αερώδεις διαστολές, κενές διογκώσεις
6. το ανθρώπινο σώμα («τῆς χολῆς ἀναχεομένης εἰς τὸν ὄγκον», Ρούφ.)
7. μτφ. α) ένταση, μέγεθος, έκταση, ποσότητα (α. «ἔχθρας ὄγκον μέγαν ἐντίκτουσαι», Πλάτ.
β. «θαυμαστὸν ὄγκον ἀράμενοι τοῡ μύθου» — αφού διογκώσαμε, αφού φουσκώσαμε τον μύθο σε θαυμαστό μέγεθος, σε υπερβολική έκταση, Πλάτ.
γ. «τοσοῡτον ὄγκον φροντίδων», Συνέσ.
δ. «ὄγκος δόξης» — το μέγεθος τής δόξας, η μεγάλη δόξα, Αθήν.)
β) η υπερηφάνεια ή η αλαζονεία, η έπαρση που προέρχεται από κάτι (α. «ὄγκος ὀνόματος μητρῷος» — η υπερηφάνεια για το μεγάλο όνομα τής μητέρας, Σοφ.
β. «ὁ τῶν ὑπεροπτικῶν ὄγκος» — η αλαζονεία, η έπαρση τών υπεροπτικών, Πλάτ.)
γ) (για το λεκτικό ή το ύφος) η μεγαλοπρέπεια, το ύψος ή, σε κακή σημ., το πομπώδες ύφος, ο στόμφος (α. «ὁ τοῡ ποιήματος ὄγκος», Αριστοτ.
β. «ὄγκος τῆς λέξεως» — η μεγαλοπρέπεια, το υψηλό ύφος τού λεκτικού, Αριστοτ.
γ. «ὁ Αἰσχύλου ὄγκος» — το στομφώδες, το πομπώδες ύφος τού Αισχύλου, Πλούτ.)
δ) κόπος, βάρος, ενόχληση («βραχεῑ σύν ὄγκῳ καὶ χρόνῳ διασκεδῶ» Σοφ.)
8. (φιλοσ.) (ως όρος τής φυσικής) άτομο, μόριο, μάζα, σώμα
9. (στη φυσιολογία τών μεθοδικών) μόριο («ὄγκοι καὶ πόροι» — μόρια και πόροι, Γαλην.)
10. φρ. «γαστρὸς ὄγκος» — η διόγκωση τῆς κοιλιάς από το έμβρυο που υπάρχει στη μήτρα (Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ὄγκος μπορεί να αναχθεί είτε στη δισύλλαβη ρίζα ενεκ- (πρβλ. ἐνεγκεῖν, ἐνήνοχα, αόρ. και παρακμ. τού φέρω) με ετεροιωμένο το πρώτο φωνήεν και μηδενισμένο το δεύτερο είτε στην ετεροιωμένη βαθμίδα της μονοσύλλαβης ρίζας *enk- (βλ. λ. ενεγκείν).
ΠΑΡ. ογκώδης (Ι), ογκώ(νω)
αρχ.
ογκηρός, ογκίαι, ογκύλον
νεοελλ.
ογκίδιο (Ι).
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) ογκοειδής
αρχ.
ογκοπελεθίαν, ογκοποιώ, ογκόφωνος
μσν.
ογκόμασθος, ογκόμματος
νεοελλ.
ογκογράφος, ογκόλιθος, ογκολογία, ογκομετρία, ογκόμετρο, ογκόπαγος, ογκόσφαιρα. (Β' συνθετικό) υπέρογκος
αρχ.
άογκος, δύσογκος, ένογκος, έξογκος, έπογκος, εύογκος, ίσογκος, κάτογκος, περίογκος].
————————
(II)
ὄγκος, ὁ (Α)
1. αιχμή βέλους
2. στον πληθ. οἱ ὄγκοι
καθένα από τα προεξέχοντα αγκιστρωτά πλάγια άκρα τής αιχμής βέλους
3. κάθε γωνία, κύρτωμα, αγκώνας
4. φρ. «οἱ τῆς νεὼς ὄγκοι» — στηρίγματα κάτω από καθεμιά από τις πλευρές πλοίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα *onk- (πρβλ. ἄγω: ὄγμος) τής ΙΕ ρίζας *ank- «κάμπτω, κλίνω» (πρβλ. αγκ-ών, αγκ-ύλος, αγκ-άλη, άγκ-υρα
βλ. λ. αγκ-) και αντιστοιχεί με λατ. uncus «άγκιστρο, αγκύλος» (< *oncus)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὄγκος — 1 barb masc nom sg ὄγκος 2 bulk masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ὄγκος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όγκος — ο 1. ο χώρος που καταλαμβάνει σώμα στερεό, υγρό ή αέριο. 2. το ίδιο το σώμα που πιάνει χώρο. 3. μεγάλο ποσό ή πλήθος: Όγκος κρέατος, παχύσαρκος. 4. μτφ., κύρος, βαρύτητα, σπουδαιότητα: Ο όγκος της εργασίας είναι αβάσταχτος. 5. (ιατρ.) το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • όγκος — [онгос] οοσ. а. объём, масса, (μεταφ.) значение, важность …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γραμμομοριακός όγκος — Ο όγκος που καταλαμβάνουν τα 6,023x1023 μόρια ενός αερίου που σε πρότυπες συνθήκες θερμοκρασίας και πίεσης (θ = 0°C, Ρ = 1 ατμ.) είναι 22,4 λίτρα …   Dictionary of Greek

  • αγγειολιθικός όγκος ή αγγειόλιθος — Λίθος από ασβεστολιθικά άλατα που σχηματίζεται σε κάποιο αγγείο και μπορεί να προκαλέσει έμφραξη …   Dictionary of Greek

  • Κεντρικός Ορεινός Όγκος ή Κεντρικό Υψίπεδο — (MassifCentral). Εκτεταμένη ορεινή περιοχή της νοτιοκεντρικής Γαλλίας. Ορίζεται από τη λεκάνη του Παρισιού στα Β, τη λεκάνη της Ακουιτανίας στα Δ και από τις κοιλάδες του Σον και του Ροδανού στα Α. Πρόκειται για παλαιοζωικό ορεινό όγκο, ο οποίος… …   Dictionary of Greek

  • ὄγκω — ὄγκος 1 barb masc nom/voc/acc dual ὄγκος 1 barb masc gen sg (doric aeolic) ὄγκος 2 bulk masc nom/voc/acc dual ὄγκος 2 bulk masc gen sg (doric aeolic) ὀγκόω raise up pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) ὀγκόω raise up imperf ind act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίνωμα — Όγκος καλοήθους φύσης, που προέρχεται από τον συνδετικό ιστό. Μπορεί να εμφανιστεί σε όλα τα όργανα στα οποία υπάρχει συνδετικός ιστός: δέρμα, βλεννογόνοι, μύες, πνεύμονες, στόμαχος, μυοκάρδιο κ.ά. Αρκετά συχνό είναι το ί. της μήτρας, το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • ὄγκοι — ὄγκος 1 barb masc nom/voc pl ὄγκος 2 bulk masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.